Οι βουβωνοκήλες αποτελούν τις συχνότερες κήλες των κοιλιακών τοιχωμάτων (70-75% αυτών) και εμφανίζονται συχνότερα στους άνδρες. Μπορούν να εμφανισθούν τόσο στη νεογνική, βρεφική και παιδική ηλικία (συγγενείς βουβωνοκήλες), όσο και σε μεγαλύτερες ηλικίες (επίκτητες ή συγγενείς βουβωνοκήλες).

Στους παράγοντες που προδιαθέτουν στην εμφάνιση μιας βουβωνοκήλης συγκαταλλέγονται

  • η παχυσαρκία
  • η χρόνια δυσκοιλιότητα
  • ο χρόνιος βήχας
  • η βαριά δουλειά
  • η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
  • η υπερτροφία του προστάτη
  • η χρόνια βαριά σωματική άσκηση
  • η παρουσία υγρού ή μάζας εντός της κοιλίας
  • η εγκυμοσύνη
  • οι διαταραχές στη σύνθεση του κολλαγόνου

Συμπτώματα της βουβωνοκήλης

Συνήθως η βουβωνοκήλη εκδηλώνεται με τοπική διόγκωση στην βουβωνική χώρα, η οποία μπορεί να επεκτείνεται στο όσχεο για τους άνδρες και στα μεγάλα χείλη του αιδοίου για τις γυναίκες. Τις πιο πολλές φορές η διόγκωση αυτή εξαφανίζεται όταν είμαστε ξαπλωμένοι. Αρκετά συχνά η διόγκωση συνοδεύεται και από ήπιο έως μέτριας έντασης πόνο ο οποίος γίνεται εντονότερος όταν αυξάνεται η ενδοκοιλιακή πίεση (πχ. εξαιτίας βήχα, άρσης αντικειμένων, σωματικής άσκησης, γέλιου).

Εάν η κήλη περισφιχθεί, ο ασθενής παρουσιάζει έντονη κλινική εικόνα που μπορεί να περιλαμβάνει έντονο πόνο στην περιοχή της διόγκωσης, αντανάκλαση του πόνου σε άλλα σημεία του σώματος, ναυτία-εμέτους, και αδυναμία αποβολής αερίων ή και κοπράνων. Πρόκειται για μια επικίνδυνη κατάσταση, καθώς μειώνεται η αιμάτωση του εντέρου και τίθεται σε κίνδυνο η ζωή του ασθενούς.

 

Διαφορική διάγνωση

Στη διαφορική διάγνωση μιας διόγκωσης στη βουβωνική χώρα, εκτός της βουβωνοκήλης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα

  • Μηροκήλη
  • Λίπωμα του σπερματικού τόνου
  • Υδροκήλη
  • Κιρσοκήλη
  • Όγκος του όρχεος
  • Έκτοπος όρχις
  • Συστροφή του όρχεος
  • 0ρχεοεπιδιδυμίτιδα
  • Απόστημα ή λεμφαδενοπάθεια της περιοχής
  • Αιμάτωμα
  • Ιδρωταδενίτιδα
  • Σμηγματογόνος κύστη
  • Κιρσοί της σαφηνούς φλέβας
  • Ανεύρυσμα ή ψευδοανεύρυσμα της μηριαίας αρτηρίας

Διάγνωση

Η  κλινική εικόνα και η προσεκτική κλινική εξέταση θέτουν με σχετική ευκολία τη διάγνωση της βουβωνοκήλης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Στις λίγες περιπτώσεις κατά τις οποίες η διάγνωση είναι προβληματική, βοήθεια μπορούν να προσφέρουν το υπερηχογράφημα και η αξονική τομογραφία.

Όταν το μόνο σύμπτωμα για το οποίο παραπονιέται ο ασθενής είναι ο πόνος στην βουβωνική περιοχή, στη διαφορική διάγνωση, πέρα από τις παραπάνω παθολογικές καταστάσεις, θα πρέπει να προστεθούν και μυοσκελετικές παθήσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η κήλη των αθλητών. Στις περιπτώσεις αυτές σημαντικό ρόλο στην οριστική διάγνωση μπορεί να παίξει η μαγνητική τομογραφία.

Θεραπεία

Η θεραπεία της συμπτωματικής βουβωνοκήλης είναι πάντα χειρουργική. Αναφορικά με την ασυμπτωματική βουβωνοκήλη, πέρα από την χειρουργική θεραπεία, υπάρχει και η εναλλακτική της συντηρητικής αντιμετώπισης-παρακολούθησης, ιδίως σε άτομα μεγάλης ηλικίας ή με σοβαρά συνοδά προβλήματα υγείας. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι σε περίπτωση εμφάνισης κάποιας επιπλοκής της κήλης, όπως περίσφιξη ή αποφρακτικός ειλεός, απαιτείται συνήθως επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση.

Πριν από μια προγραμματισμένη επέμβαση αντιμετώπισης βουβωνοκήλης, είναι επιθυμητό να έχουν αντιμετωπισθεί καταστάσεις οι οποίες αυξάνουν χρονίως την ενδοκοιλιακή πίεση, όπως υπερτροφία του προστάτη, χρόνια δυσκοιλιότητα και χρόνιος βήχας, διότι η παραμονή τους μετά από την επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της κήλης.

 

Χειρουργική αντιμετώπιση βουβωνοκήλης

Μέθοδος εκλογής για την αντιμετώπιση της βουβωνοκήλης τη σημερινή εποχή θεωρείται η ανάταξη της κήλης (η τοποθέτηση δηλαδή του περιεχομένου της κήλης στην φυσιολογική του θέση) και η ενίσχυση των κοιλιακών τοιχωμάτων με την τοποθέτηση πλέγματος χωρίς τάση, καθώς είναι πλέον αποδεδειγμένο από πολυάριθμες κλινικές μελέτες ότι η χρήση του πλέγματος μειώνει σημαντικά το κίνδυνο επανεμφάνισης της κήλης.

Η επέμβαση αυτή μπορεί να γίνει είτε ανοικτά, είτε λαπαροσκοπικά/ενδοσκοπικά (TAPP/TEP).

Απόλυτες ενδείξεις της λαπαροσκοπικής/ενδοσκοπικής προσέγγισης (TAPP/TEP) αποτελούν η ύπαρξη αμφοτερόπλευρης βουβωνοκήλης (ύπαρξη κήλης και στις δύο βουβωνικές χώρες) και η παρουσία υποτροπής της κήλης, μετά από προηγούμενη ανοικτή επέμβαση.

 

Στα πλεονεκτήματα της λαπαροσκοπικής/ενδοσκοπικής επέμβασης περιλαμβάνονται:

  • ο λιγότερος μετεγχειρητικός πόνος
  • η ταχύτερη ανάρρωση
  • η γρηγορότερη επάνοδος στις καθημερινές δραστηριότητες
  • το καλύτερο κοσμητικό αποτέλεσμα, και
  • η αναγνώριση της παρουσίας και άλλων κηλών της περιοχής, όπως είναι η μηροκήλη και η κήλη του θυροειδούς τρήματος και φυσικά η αντιμετώπισή τους στον ίδιο χειρουργικό χρόνο

 

Στις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις βουβωνοκήλης στις οποίες υπάρχει αντένδειξη για χρήση πλέγματος (πχ. μολυσμένο-σηπτικό περιβάλλον) ή όταν ο ίδιος ο ασθενής επιθυμεί η αντιμετώπιση της κήλης του να γίνει χωρίς την τοποθέτηση πλέγματος, η αποκατάσταση αυτής μπορεί να γίνει εφαρμόζοντας κάποια από τις τεχνικές οι οποίες στηρίζονται αποκλειστικά στη χρήση ραμμάτων. Μεταξύ των τεχνικών αυτών, εκείνη η οποία συνοδεύεται από τα καλύτερα αποτελέσματα είναι η τεχνική Shouldice.

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τονιστεί ότι ο κάθε ασθενής με βουβωνοκήλη είναι ξεχωριστός και δεν υπάρχει μια χειρουργική τεχνική η οποία να ταιριάζει σε όλους τους ασθενείς. Ο χειρουργός που καλείται να αντιμετωπίσει έναν ασθενή με βουβωνοκήλη, οφείλει να γνωρίζει όλες τις τεχνικές (ανοικτές και λαπαροσκοπικές, με και χωρίς χρήση πλέγματος) και να επιλέγει εκείνη την τεχνική που ταιριάζει περισσότερο στον συγκεκριμένο ασθενή (εξατομικευμένη χειρουργική αντιμετώπιση), ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα.

Δείτε αναλυτική παρουσίαση των σύγχρονων τεχνικών αποκατάστασης βουβωνοκηλών, ΕΔΩ